Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

 Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα

Τὸ πράσινο ἀπόγεμα
Ἐκεῖνο τὸ πράσινο ἀπόγεμα
ὁ θάνατος εἶχε βάλει, στόχο τὴν αὐλή μου
ἀπ᾿ τὸ νεκρό μου τὸ παράθυρο
μὲ τὸ βελούδινό μου μάτι
τὸν ἔβλεπα νὰ τριγυρνάει
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν κουλουρτζῆ
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν λαχειοπώλη
καὶ τὰ παιδιὰ τίποτα δὲν ὑποπτεύονταν
ἔπαιζαν μὲ πιστόλια καὶ τσίριζαν
αὐτὸς πάλι γύριζε καὶ πλησίαζε
καὶ πάλι μάκραινε καὶ ἔφευγε
ὕστερα ξαναρχόταν
στὸ τέλος ἀγριεύτηκε
ἄρχισε νὰ οὐρλιάζει
ἔβαψε τὰ μάτια καὶ τὰ νύχια του
φούσκωσε τὰ βυζιά του
ἄρχισε νὰ μιλάει μὲ ψιλὴ φωνὴ
ἔκανε σὰ γυναίκα...

τότε εἶναι ποὺ ἔφυγε ὁριστικὰ
ψιθυρίζοντας:

-Δὲν εἶχα τύχη σήμερα
αὔριο θὰ ξανάρθω


 Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Ὁ τρελὸς λαγός
Γύριζε στοὺς δρόμους ὁ τρελὸς λαγὸς
γύριζε στοὺς δρόμους
ξέφευγε ἀπ᾿ τὰ σύρματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔπεφτε στὶς λάσπες
Φέγγαν τὰ χαράματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἄνοιγε ἡ νύχτα
στάζαν αἷμα οἱ καρδιὲς
ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔφεγγε ὁ κόσμος
Βούρκωναν τὰ μάτια του ὁ τρελὸς λαγὸς
πρήσκονταν ἡ γλώσσα
βόγγαε μαῦρο ἔντομο ὁ τρελὸς λαγὸς
θάνατος στὸ στόμα


Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)
Ορυχείο
Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα
ένα βαγόνι περνάει αποπάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
5
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
10
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πιρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
15
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
20
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι





Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

https://www.facebook.com/photo/?fbid=122206541108229286&set=a.122121344348229286 

 Σπασμένο καράβι – Γιάννης Σκαρίμπας

Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι
Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω
Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε
Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι
Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

 Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984), Εαυτούληδες

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ
Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
Και με ήβραν – χωρίς κανέν’ να μου λείπει-
Τα λάθη.
Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.
Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
Μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
Έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.
Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
Μπρος σε τρίποδα με κ ά ν τα α μυστήρια,
Όπου γράφονταν τα’ αποτυχημένα μου έργα
– εμβατήρια!
Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.
Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσ’ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…


 Ρήγας: Η επανάσταση είναι δικαίωμα και χρέος

θούριος
Ως πότε, παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,
μονάχοι, σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;
Καλλιό 'ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή!
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης και είσαι στη σκλαβιά;
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζίρης, Δραγουμάνος, Αφέντης κι αν σταθής,
ο Τύραννος αδίκως σε κάμει να χαθής·
δουλεύεις όλ' ημέρα σε ό,τι κι αν σοι πη,
κι αυτός πασχίζει πάλιν το αίμα σου να πιη.
O Σούτζος* κι ο Μουρούζης*, Πετράκης*, Σκαναβής*,
Γκίκας* και Μαυρογένης*, καθρέπτης είν' να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν, κι αγάδες, με άδικον σπαθί·
κι αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον επάνω στον Σταυρόν·
συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
να βάλωμεν, εις όλα να δίδουν ορισμόν·
οι Νόμοι να 'ν' ο πρώτος και μόνος οδηγός,
και της Πατρίδος ένας να γένη αρχηγός·
γιατί κι η αναρχία ομοιάζει την σκλαβιά·
να ζούμε σαν θηρία είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε, με τα χέρια ψηλά στον ουρανόν,
ας πούμ' απ' την καρδιά μας ετούτα στον Θεόν.
Εδώ σηκώνονται οι Πατριώται ορθοί και, υψώνοντες
τας χείρας προς τον ουρανόν, κάμνουν τον Όρκον:
«Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των Τυράννων να μην ελθώ ποτέ!
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε να 'ναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να 'μαι υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο Oυρανός
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός!


  Ο Εναλλακτικός Χώρος Τεχνών και Γραμμάτων ART-ACT είναι ένας ελληνικός πολιτιστικός χώρος που ιδρύθηκε το 2000 από τον εικαστικό καλλιτέχν...